• 1
  • 2
Τρίτη, 07 Φεβρουάριος 2017 00:00

Πετρέλαια Βενεζουέλας

images iran venez 1Πετρέλαια Βενεζουέλας:

Κρατικά και Επιχειρηματικά Συμφέροντα, Εγχώρια και Ξένα

Ο συνάδελφος και μέλος της ΑΝ.Ε.Α.Ε.Δ κ. Ι. Βιδάκης μαζί με τους κυρίους Γ. Μπάλτο και Ν. Γκινάκη, μέλη του Κέντρου Αμυντικών, Ενεργειακών και Γεωπολιτικών Ερευνών (ΚΑΕΓΕ), έκαναν μελέτη και συνέγραψαν το πόνημα Πετρέλαια Βενεζουέλας: Κρατικά και Επιχειρηματικά Συμφέροντα, Εγχώρια και Ξένα, το οποίο έχουμε την χαρά να δημοσιεύουμε.

Ας μην λησμονούμε ότι από το πετρέλαιο και για το πετρέλαιο ξεκίνησε ο έντονος αγώνας κυριαρχίας μεταξύ του συνασπισμένου σε ισχυρούς ομίλους μεγάλου κεφαλαίου με επεμβάσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων. Η Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση για τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει το ενδιαφέρον της η αμερικανική διπλωματία, όταν οι καταστάσεις δυσχεραίνονται. Το παράδειγμα της Βενεζουέλας προσφέρει αρκετές διαπιστώσει. ( Σημειώνουν οι συγγραφείς).

 

Πετρέλαια Βενεζουέλας:

Κρατικά και Επιχειρηματικά Συμφέροντα, Εγχώρια και Ξένα

Βιδάκης Ι., Μπάλτος Γ. και Γκινάκης Ν. [1]

Περίληψη

           Βενεζουέλα και Ιράν. Δύο μακρινές χώρες που η επικαιρότητα συχνά τις συνδέει λόγω της ανταμερικανικής ρητορείας και πολιτικής των κυβερνήσεών τους. Οι ανυποψίαστοι αναγνώστες και ιδιαίτερα αυτοί των νέων ηλικιών, δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να συνδέσουν τις εξελίξεις και τη δυναμική τους στις δυο αυτές τόσο διαφορετικές περιοχές. Και τα δυο αυτά κράτη έχουν πολλά και σημαντικά ανόμοια χαρακτηριστικά και μεγάλες διαφορές. Ποιο είναι λοιπόν το στοιχείο που έχει προκαλέσει αυτήν την περίεργη «σύμπνοια»; Το παρόν κείμενο επιχειρεί να παρέξει μια τεκμηριωμένη ερμηνεία γι αυτήν την ασυνήθιστη «συμφωνία» των δυο κυβερνήσεων. Φυσικά η κύρια αιτία οφείλεται στο «μαύρο χρυσό», το πετρέλαιο. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή θα διευκολύνει την επεξήγηση. Η ιστορία του πετρελαίου στις δυο χώρες, η παλαιότερη εκμετάλλευση του ορυκτού τους πλούτου από διεθνικούς ομίλους στους οποίους παρείχαν σθεναρή στήριξη οι δυτικές κυβερνήσεις, ενάντια στο θέλημα των λαών τους, φέρεται να ερμηνεύει την τωρινή τους «ταυτοποίηση». Αυτό το άρθρο αφορά στη Βενεζουέλα και στο «ενεργειακό της παρελθόν».

Ας μην λησμονούμε ότι από το πετρέλαιο και για το πετρέλαιο ξεκίνησε ο έντονος αγώνας κυριαρχίας μεταξύ του συνασπισμένου σε ισχυρούς ομίλους μεγάλου κεφαλαίου με επεμβάσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων. Η Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση για τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει το ενδιαφέρον της η αμερικανική διπλωματία, όταν οι καταστάσεις δυσχεραίνονται. Το παράδειγμα της Βενεζουέλας προσφέρει αρκετές διαπιστώσεις: αρχικά τονίζει την άγονη αντιπαράθεση μεταξύ ενός κράτους και των συμφερόντων των ισχυρών διεθνικών εταιρειών. Στη συνέχεια αναδεικνύει τον άνισο συμβιβασμό τους, με τη συνδρομή μάλιστα ξένου παράγοντα. Αποδεικνύει επίσης τη δικαίωση της στρατηγικής με τη μέθοδο της συλλογικής δράσης των κρατών και της πατριωτικής ηγεσίας, απέναντι σε πολυεθνικούς ομίλους και των κυβερνήσεων που τους υποστηρίζουν. Τέλος επισημαίνει την αξία και τη σπουδαιότητα της εσωτερικής συνοχής και αλληλεγγύης μιας κοινωνίας, όταν τα ξένα συμφέροντα αποφασίσουν να εκμεταλλευτούν τυχόν διαφορές της για να αποκαταστήσουν τα οφέλη τους.

Λέξεις κλειδιά

Βενεζουέλα, Ενεργειακοί Πόροι, Πετρέλαιο, Ενεργειακή Ασφάλεια, Γεωπολιτική, Γεωοικονομία, Γεωενέργεια

Εισαγωγικά

                 Η Βενεζουέλα[2] (Venezuela) ή επίσημα «Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας» βρίσκεται στις βόρειες ακτές της Νότιας Αμερι­κής. Συνορεύει με την Κολομβία, (δυτικά), τη Βραζιλία, (νότια) και τη Γουιάνα, (ανατολικά). Στα βόρεια βρέχεται από τη θάλασσα της Καραϊβικής και οριοθετείται από τα χωρικά ύδατα των χωρών: Δομινικανή Δημοκρατία, Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, Τρινιντάντ και Τομπάγκο, Γρενάδα, Ολλανδικές Αντίλλες και Μπαρμπάντος. Έχει έκταση 912.050 km2 (33η), πληθυσμό (2009) 26.800.000 (42η), ΑΕΠ (ονομαστικό 2009) 353,5 δισ. δολ. με πρωτεύουσα την μεγαλύτερη πόλη – λιμάνι: το Καράκας. Στη Βενεζουέλα βρίσκεται η λίμνη Μαρακαΐμπο, η μεγαλύτερη της Νότιας Αμερικής, (γλυκού νερού με 100 μίλια μήκος και 60 μίλια πλάτος, που θεωρείται η πιο μολυσμένη πηγή της ηπείρου λό­γω της πετρελαϊκής παραγωγής). Η χώρα διοικείται ως Ομοσπονδιακή Προεδρική Δημοκρατία, που περιλαμβάνει 21 πολιτεί­ες και 11 εξαρτώμενες περιοχές της Καραϊβικής. Η επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η ισπανική αλλά χρησιμοποιούνται περισσότερες από 25 άλλες γλώσσες, (λόγω της πολυμορφίας του πληθυ­σμού της). Πρόεδρος είναι από τις αρχές του 1999 ο Ούγκο Τσάβες και Αντιπρόεδρος ο Ελίας Χάουα, (Ιαν. 2010). Το 1999 ο Chavezεισήγαγε ένα νέο σύνταγμα, το οποίο έδινε έμφαση σε ριζοσπαστικές κοινωνικές πολιτικές. Το εισόδημα από το πετρέλαιο επίλυσε πολλά οικο­νομικά και κοινωνικά προβλήματα, καθώς η κυβέρνηση ήταν σε θέση να επενδύσει σε δημόσια έργα και πολιτικές. Από την άλλη πλευρά, ο πετρελαϊκός πλού­τος διόγκωσε τις υφιστάμενες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις: αποτελεί συχνό φαινόμενο να διατυπώνονται κατηγορίες από αντιπάλους για κυβερνητική κακοδιαχεί­ριση των πετρελαϊκών εσόδων.

Το 1498-1499 ο Χριστόφορος Κολόμβος και ο Αλόνσο ντε Οχέντα φτάνουν στη Βενεζουέλα, που κατοικείται από ιθαγενείς ινδιάνους[3]. Το 1521 αρχίζει η ισπανική αποίκιση από τις βορειοανατολικές ακτές. Ολόκληρη σχεδόν η Νότιος Αμερική βρισκόταν υπό την κατοχή των Ισπανών στις αρχές του 16ου αιώνα[4]. Το 1749 πραγματοποιείται η πρώτη εξέγερση ενάντια στην Ισπανική κυριαρχία. Η Βενεζουέλα εξεγείρεται το 1810, με την εισβολή του Ναπολέοντα στην Ισπανία. Ανακηρύσσεται ανεξάρτητη το επόμενο έτος, στη συνέχεια όμως ηττήθηκε από τους Ισπανούς. Ο Σιμόν Μπολιβάρ συνέχισε την μάχη, κερδίζοντας το 1819 και δημιουργώντας την Δημοκρατία της Μεγάλης Κολομβίας, (σημερινή Κολομβία, Βενεζουέλα, Ισημερινός και Παναμάς). Το 1821 νίκησε στην μάχη του Καραμπομπό, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία της Βενεζουέλας. Η Βενεζουέλα ήταν μία από τις τρεις χώρες που προέκυψαν από την κατάρρευση της Γκραν Κολόμπια το 1830 (οι άλλες ήταν η Κολομβία και ο Ισημερινός). Αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα ως ανεξάρτητη χώρα. Μέ­χρι τα μέσα της δεκαετίας του 1900 η Βενεζουέλα μαστίζονταν από αδίστακτους - αυταρχικούς ηγέτες και κοινωνικές αναταραχές. Ακολούθησαν αρκετές δεκαετίες πολιτικής κρίσης και στρατιωτικών καθεστώτων.

Οι Υδρογονάνθρακες στη Βενεζουέλα  

          Η οικονομία της χώρας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα υψηλά αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει. Ο πετρελαϊκός τομέας αποτελεί περίπου ένα τρίτο του ΑΕΠ της χώρας και αφορά περίπου στο 80% των εξαγωγών και στο ήμισυ των δημοσίων εσόδων. Η χώρα κατέχει ορισμένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο. Κατατάσσεται σταθερά μεταξύ των δέκα κορυφαίων παραγωγών πετρελαίου στον κόσμο και ως ένας από τους κορυφαίους εταίρους των αμερικανικών εισαγωγών πετρελαίου. Το 35% περίπου της παρα­γωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας καταναλώνεται στο εσωτερικό και το υπόλοιπο εξάγεται. Όπως και οι περισσότερες χώρες της Νότιας Αμερικής, η Βενεζουέλα καλύπτει από την υδροηλεκτρική ενέργεια ένα μεγάλο μέρος των αναγκών της σε ηλεκτρισμό, (βλ. Διάγραμμα 1). Λόγω του ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι «βαρύ», πρέπει να υποστεί επεξεργασία πριν να σταλεί ακόμη και ως αργό πετρέλαιο στο διυλιστήριο ή σε μια χώρα εισαγωγής. Η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας έχει εστιάσει την προσοχή της σε νέες μεθόδους χρησιμοποί­ησης του βαρέος αργού πετρελαίου και της πίσσας που προκύπτει από αυτό. Η παραγωγή του «orimulsion», ενός νέου προϊόντος που χρησιμοποιούν τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ως καύ­σιμη ύλη για τους βραστήρες τους, έδωσε πρόσφατα μια νέα ώθηση στον πετρελαϊκό κλάδο της Βενεζουέλας. Το νέο αυτό προϊόν πήρε το όνομα του από την Ζώνη του Ορινόκο.

   Σύμφωνα με ειδικούς η Βενεζουέλα διέθετε 211 δις βαρέλια από τα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου το 2011, τα δεύτερα μεγαλύτερα στον κόσμο[5], (βλ. Διάγραμμα 2). Αυτό το διάγραμμα αποδεικνύει το ζωτικό ενεργειακό πρόβλημα για τις ΗΠΑ και σηματοδοτεί πετρελαικό πόλεμο το 2014. Η ΕΙΑ εκτιμά ότι η χώρα παρήγαγε περίπου 2,36 εκατομμύρια bbl/d το 2010.[6] Η χώρα είναι ένας σημαντικός προμηθευτής αργού πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά: το 2009 η χώρα είχε καθαρές εξαγωγές πετρελαίου 1,75 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα (bbl/d), ενδέκατη στον κόσμο και πρώτη στο δυτικό ημισφαίριο. Τα τελευταία έτη η παραγωγή αργού πετρελαίου στη χώρα έχει μειωθεί ενώ η εγχώρια κατανάλωση έχει αυξηθεί. Οι εξαγωγές της έχουν μειωθεί σχεδόν 50%, αφού κορυφώθηκαν σε 3,06 εκατ. bbl/d το 1997. Η Βενεζουέλα αποστέλλει μεγάλο μερίδιο των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, διότι η γεωγραφική εγγύτητα αυξάνει την κερδοφορία και τα διυλιστήρια στις ΗΠΑ έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να επεξεργάζονται το «βαρύ αργό» της Βενεζουέλας. Επί του παρόντος, η Βενεζουέλα είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος προμηθευτής των Ηνωμένων Πολιτειών σε εισαγωγές πετρελαίου. Ωστόσο, οι αμερικανικές εισαγωγές από τη Βενεζουέλα έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια. Το 2010 οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν 987.000 bb/d αργού πετρελαίου και προϊόντων του από τη Βενεζουέλα, μόνο το 8,3% του συνόλου των αμερικανικών εισαγωγών. Ακόμη και με συνυπολογισμό των 255.000 bbl/d των εισαγωγών από τις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους, που προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη διύλιση πετρελαίου της Βενεζουέλας, η σημασία της Βενεζουέλας για τον αμερικανικό ενεργειακό τομέα βρίσκεται σε πτώση, (βλ. Διάγραμμα 3). Ωστόσο τα τελευταία έτη και η Βενεζουέλα επιχειρεί να διαφοροποιήσει τους προορισμούς των εξαγωγών της. Εκτός των ΗΠΑ άλλοι σημαντικοί προορισμοί των εξαγωγών πετρελαίου περιλαμβάνουν την Καραϊβική, την Ευρώπη και την Ασία, (βλ. Διάγραμμα 4). Από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους προορισμούς είναι η μακρινή Κίνα. Το 2010, το Πεκίνο εισήγαγε 125.900 bbl/d αργού πετρελαίου, (από 39.000 bbl/d το 2005). Η Βενεζουέλα διαθέτει παγκοσμίως ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα διύλισης πετρελαίου. Η εγχώρια δυναμικότητα ανέρχεται σε 1,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ έχει σημαντικό ποσοστό μετοχών σε εγκαταστάσεις στην Ευρώπη (Γερμανία, Σουηδία, Βέλγιο και Ηνωμένο Βασίλειο) και στις ΗΠΑ[7].

Οσον αφορά στο φυσικό αέριο, η Βενεζουέλα διαθέτει τα δεύτερα σε μέγεθος αποθέματα φυσικού αερίου στο δυτικό ημισφαίριο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες: 179 τρις κυβικά πόδια (TCF). Το 2009, η χώρα παρήγαγε 651 δις κυβικά πόδια (BCF). Το περισσότερο φυσικό αέριο συλλέγεται ταυτόχρονα με την άντληση του πε­τρελαίου από το κοίτασμα. Ένα σημαντικό ποσοστό του επανεισάγεται στο κοίτασμα (επανέγχυση φυσικού αερίου για την εξόρυξη αργού πετρελαίου) ή καίγεται. Η πετρελαϊκή βιομηχανία καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της ακαθάριστης παραγωγής φυσικού αερίου της χώρας. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Βενεζουέλας βρίσκονται κυρίως σε υποθαλάσσιο χώρο, κοντά στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο[8]. Η Βενεζουέλα δη­μιούργησε εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης υποθαλάσσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Υλοποιούνται σχέδια για την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου είναι μικρή, αλλά η κυβέρνηση Chavez ευελπιστεί να την προωθήσει μελλοντικά.

             Η κυρίαρχη εταιρεία πετρελαίου είναι η Petroleos de Venezuela, (PDVSA). Η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου της Βενεζουέλας παράγεται, από μία κοινοπραξία εταιρειών πετρελαίων και της κρατικής PDVSA. Οι πετρελαιοφόρες περιοχές της Βενεζουέλας είχαν παραχωρηθεί με σχετική άδεια σε εταιρείες και κοινοπραξίες στις οποίες συμμετείχε και η κρατική εταιρεία πετρελαίων της Βενεζουέλας[9]. Η PDVSA έχοντας κυριαρχήσει στον κλάδο του φυ­σικού αερίου, το 2001, προσκάλεσε ξένες εταιρείες για να διεξάγουν έρευνες για εντοπισμό αμιγών κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Το 2009 και το 2010 η Βενεζουέλα εθνικοποίησε τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών στον τομέα του πετρελαίου και των συναφών υποδομών για την αντιμετώπιση της αποτυχίας των ξένων ομίλων να επαναδιαπραγματευθούν τις συμβάσεις τους.

Ο Κλάδος του Πετρελαίου της Βενεζουέλας (έως τα τέλη του Β΄Π.Π.)

           Η πρώτη απόπειρα για παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα ξεκίνησε το 1878, στην πολιτεία Ταχίρα. Ο DonManuelAntonioPulido εξασφάλισε την άδεια για διεξαγωγή ερευνών στην περιοχή[10]. Στην Αμερικανική Ήπειρο εκτός των πρωτοπόρων ΗΠΑ, τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα άρχισε η έρευνα στο Μεξικό για κοιτάσματα πετρελαίου[11]. Οι επαναστατικές του κυβερνήσεις στοχάζονται να εθνικοποιήσουν τον πετρελαϊκό πλούτο, αλλά θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι τελικά να το αποφασίσουν. Το 1914 η «CaribbeanPetroleumCompany» ανακάλυψε το πρώτο πετρελαϊκό κοίτασμα στο Μένε Γκράντε, νοτιοανατολικά της λίμνης Μαρακαΐμπο, στη Βενεζουέλα. Στην εταιρεία εργάζονταν πολλοί γεωλόγοι και ερευνητές από τη Βενεζουέλα, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Το σημαντικό αυτό εύρημα ενθάρρυνε μαζικό κύμα ξένων πετρελαϊκών εταιρειών να «εισβάλουν» στη Βενεζουέλα, στην προσπάθειά τους να λάβουν ένα κομμάτι του πλούτου. Η εταιρεία όμως επει­δή εξάντλησε τα κεφάλαιά της, πούλησε το 51% των μετοχών της στη Shell[12].

           Από το 1914 έως το 1917, περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου βρέθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο οι εξερευνήσεις δεν ήταν ακόμη ιδιαίτερα μεθοδικές, καθώς το ενδιαφέρον των μεγάλων εταιριών στρεφόταν στα κοιτάσματα του Μεξικού, γειτονικό κράτος των ΗΠΑ. Επιπλέον ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καθυστερεί σημαντικά την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Ορισμένες εταιρείες πετρελαίου αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από γεωτρήσεις μέχρι τη λήξη του πολέμου, (αναγκαία η αγορά και μεταφορά των απαραίτητων εργαλείων και μηχανημάτων). Ωστόσο τo 1917 κατασκευάστηκε το πρώτο διυλιστήριο στο Σαν Λορέντζο (San Lorenzo). Το πρώτο φορτίο πετρελαίου εξήχθηκε από τον τερματικό του σταθμό, από την εταιρεία «Caribbean Petroleum». Έως το τέλος του επομένου έτους, το πετρέλαιο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις στατιστικές εξαγωγών της Βενεζουέλας, με 21.194 μετρικούς τόνους. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι πετρελαικές επιχειρήσεις επένδυσαν στη Βενεζουέλα και πραγματοποίησαν σημαντικές ανακαλύψεις κοιτασμάτων. Η εταιρεία «Venezuela Oil Concessions» την οποία έλεγχε η «Shell», ανακάλυψε το κοίτασμα στη περιοχή «Λα Ρόσα» στις ανατολικές όχθες της λίμνης Μαρακαΐμπο, το 1922. Αργότερα οι όμιλοι, μεταξύ των οποίων η «Standard Oil», εντόπισαν κοιτάσματα πετρελαίου ανατολικά της λίμνης Μαρακαΐμπο[13].

           Εκτός από τα κοιτάσματα κοντά στη λίμνη Μαρακαΐμπο, αξιοποιήθηκαν και άλλες σημαντικές περιοχές. Το 1920 δημιουργήθηκε στο Ντέλαγουερ η «Creole Petroleum Corporation», που στόχευε να αξιοποιήσει τα κοιτάσματα στη λί­μνη Μαρακαΐμπο, ενώ χρηματοδοτούνταν μέσω της πώλησης με­τοχών στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Όταν η εταιρεία ανακάλυ­ψε εμπορικά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες πετρελαίου, η «SONJ - Esso»[14] αγόρα­σε την πλειοψηφία των μετοχών της το 1928. Στη συνέχεια η «Creole Petroleum Corporation» συνέστησε ως θυγατρική της, την «Standard Oil of Ve­nezuela». Η τελευταία το 1928, εντόπισε στο «Μονάγκας», την πε­τρελαιοφόρο περιοχή «Κουιρικουίρ». Τη δεκαετία του 1920 οι εται­ρείες πετρελαίων άρχισαν να επεκτείνονται και προς την περιοχή «Ορινόκο» - που πήρε το όνομα της από τον ποταμό Ορινόκο που την περιβάλλει, που σήμερα είναι γνωστή ως «Δακτύλιος Βαρέος Πετρελαίου» του Ορινόκο. Η περιοχή αυτή είναι γνωστή για τα αποθέματα πετρε­λαίου «βαρέος τύπου», που αρχικά δεν θεωρούνταν εμπορικά αξιοποιήσιμα[15]. Η δεύτερη περιοχή, που είναι γνωστή ως λεκάνη «Μπαρίνας Απούρε», βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και φτάνει μέχρι τα σύνορα με την Κολομβία, λίγο βόρεια του ποταμού Ορινόκο. Οι έρευ­νες σε αυτή την περιοχή ξεκίνησαν το 1925. Μετά από πάρα πολλές αποτυχημένες γεωτρήσεις, το 1965 βρέθηκε πετρέλαιο[16].

Μέχρι το 1928 η Βενεζουέλα είχε μετατραπεί σε μια πλούσια πετρελαιοπαραγωγό χώ­ρα. Πρόσθετες ανακαλύψεις κοιτασμάτων στο εσωτερικό της την ανέδειξαν σε ένα από τις μεγαλύτερα πετρελαιοπαραγωγά κράτη του κόσμου. Από την εποχή που ανακαλύφθηκε, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας πα­ρουσίασε υψηλή ζήτηση στις ΗΠΑ, λόγω της αυξημένης παραγω­γής και της μικρής απόστασης από τη Βόρεια Αμερική. Μετά από περίπου είκοσι χρόνια από την πρώτη άντληση του «μαύρου χρυσού», το 1929, η Βενεζουέλα είχε γίνει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εξαγωγές πετρελαίου αυξήθηκαν από 1,9% σε 91,2% μεταξύ των ετών 1920 και 1935[17]. Στη δεκαετία του 1930 ξεκίνησαν στη λίμνη Μαρακαΐμπο υποθαλάσσιες έρευνες. Η οικονομία μεταμορφώνεται και οι πετρελαικοί όμιλοι αποκομίζουν αυξημένα κέρδη, αφού από αυτά παρέχουν μόνο το 8% στην κυβέρνηση, ως δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης. Η οικονομία μεγενθύνεται και σε δεκαπέντε χρόνια τετραπλασιάζεται το εθνικό εισόδημα της Βενεζουέλας. Ωστόσο η αύξηση αυτή δεν κατανέμεται στον πληθυσμό - ο πλούτος αφορά μόνο στην ηγεσία, στρατιωτική και πολιτική. Είναι η εποχή του στρατηγού Χουάν Βισέντε Γκόμες. Από το 1910 ώς το 1930, υπό τη δικτατορική εξουσία του, κυριαρχούν η εξόντωση των αντιπάλων, η δια­φθορά και η παράδοση της χώρας στα ξένα συμφέροντα[18].

           Ωστόσο τo 1938 μία δυσάρεστη έκπληξη αναμένει τους διεθνικούς ομίλους στην αμερικανική ήπειρο. Τις υποχρεώνει να ανα­προσανατολίσουν το ενδιαφέρον τους σ΄ αυτήν[19]. Τον Μάρτιο του 1938, διαφορές μεταξύ των μεγάλων εταιρειών πετρελαίου του Μεξικού και των εργαζομένων σ΄αυτές, οδηγούν σε κυβερνητική παρέμβαση και την εθνικοποίηση των κύριων πετρελαϊκών εταιρειών των ΗΠΑ και της Βρετανίας που δραστηριοποιούνται στο Μεξικό.[20] Ιδρύεται κρατικός φορέας: «Petroleos Mexicanos», (PEMEX). Οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν σκληρά αντίμετρα: διακόπτουν άμεσα τις εξαγωγές και απειλούν με νομικά μέτρα όποιον εφοδιαστεί με καύσιμα από το νέο φορέα. Υποστηρίζουν ότι έχουν δικαιώματα εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις υπογραφείσες συμβάσεις[21].

Ανησυχώντας για τις επιπτώσεις της κρατικοποίησης σε επενδύσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει τα αιτήματα των εταιρειών για «πλήρη και άμεση» αποζημίωση. Οι διεθνικές επιχειρήσεις, με την υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης, προσπαθούσαν να εμποδίσουν το Μεξικό από τις εξαγωγές «μαύρου χρυσού». Η PEMEX στράφηκε προς τα μη δημοκρατικά καθεστώτα, (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) για πώληση πετρελαίου και αγορά εξοπλισμού. Παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Franklin D. Roosevelt τροποποίησε το "άμεση", το Μεξικό υποχρεούτο με τη μακροπρόθεσμη λειτουργία του κλάδου, να καταβάλει αποζημίωση. Η επιδείνωση της διεθνούς κατάστασης, ώθησε τις ΗΠΑ σε αλλαγή της στρατηγικής τους. Τον Νοέμβριο του 1941, με τον πόλεμο να έχει ξεσπάσει, η αμερικανική κυβέρνηση κατέληξε σε συμφωνία με το Μεξικό. Η διαμάχη τελικά διευθετείται με συμφωνία που προβλέπει ότι η μεξικανική κυβέρνηση θα αποζημιώσει τις εταιρίες σε μια περίοδο 25 ετών. Το μεξικανικό πετρέλαιο είναι ελεύθερο να κινηθεί και πάλι στη διεθνή αγορά, αλλά η εξαγωγική δραστηριότητα θα είναι στο εξής μικρή, χωρίς σταθερό ρυθμό[22].

         Οι πολυεθνικοί όμιλοι αποκλείουν για το Μεξικό τη διεθνή αγορά. Όμως, επιθυμούν να καλύψουν την απώλεια της μεξικανικής παραγωγής. Στρέφονται λοιπόν νοτιότερα, στη Βενεζουέλα. Πετρέλαιο υπάρχει εκεί από τη δεκα­ετία του 1920, αλλά ώς το 1938 η ερευνητική επιμονή και η προ­γραμματισμένη αξιοποίηση λείπουν. Η περιοχή της λίμνης του Μαρακαΐμπο γίνεται γρήγορα πασίγνωστη. Πολύ σύντομα σημαντικά γεγονότα δίνουν νέα, ισχυρότερη ώθηση στην πετρελαιοπαραγωγή του Καράκας. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος έχει αρχίσει. Οι ανάγκες σε πετρέλαιο θα αυξάνονται συνεχώς. Η ώρα της Βενεζουέλας έχει έρθει.

             Κατά τη διάρκεια του πολέμου η παραγωγική διαδικασία στις ΗΠΑ κινείται με πυρετώδεις ρυθμούς, με επίκεντρο, βέβαια, την πολεμική βιομηχανία: αποτελεί την κύρια πηγή για τον εφοδιασμό των συμμαχικών δυνάμεων και μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ πρέπει να καλύπτει και τις δικές της ανάγκες. Το πετρέλαιο είναι πολύτιμο και στην παραγωγή και στα πε­δία της μάχης. Η βιομηχανία έχει αυξημένες απαιτήσεις σε ενέργεια και οι δυνάμεις που μάχονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, πρέπει να κινήσουν αναρίθμητα μέσα, πολεμικά και μεταφορικά. Το αναγκαίο πετρέλαιο πρέπει να έχει εξασφάλιση και η Βενεζουέλα την προσφέρει: πρώτον, βρίσκεται κο­ντά στις ΗΠΑ, δεύτερον, οι κίνδυνοι κατά τη θα­λάσσια μεταφορά είναι οι λιγότεροι δυνατοί από κάθε άλλη περιοχή και τρίτον υπάρχουν αυξημένες δυνατότητες παραγωγής.

Το 1941, ο Isaías Medina Angarita, πρώην στρατηγός, εκλέχθηκε πρόεδρος. Μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν η ψήφιση νέου νόμου περί υδρογονανθράκων το 1943. Αυτός ο νόμος ήταν το πρώτο μεγάλο πολιτικό βήμα προς την κατεύθυνση του ελέγχου της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Βάσει αυτού εισήχθηκε η κατανομή των κερδών του μεταξύ της κυβέρνησης και της βιομηχανίας πετρελαίου σε ποσοστά 50/50[23]. Ανησυχώντας για να μην επαναληφθεί η εμπειρία του Μεξικού, η κυβέρνηση των ΗΠΑ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση ενός συμβιβασμού μεταξύ της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και των μεγάλων πετρελαϊκών εταιριών, που οδήγησαν σε «50-50» συμφωνία κατανομής των κερδών.

Ορισμένοι μελετητές θεωρούν αυτήν την συμφωνία του πετρελαίου ως απόδειξη της υπαγωγής των συμφερόντων των αμερικανικών εταιρειών στους υψηλότερους στόχους της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ωστόσο οι στόχοι αυτοί και τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων εταιρειών πετρελαίου των ΗΠΑ δεν ήταν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Αμφότερα σκόπευαν στη διασφάλιση της συνέχισης του ελέγχου των εταιρειών και συνεπώς της πρόσβασης των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Άλλωστε η λογιστική ίση κατανομή των κερδών δεν είχε ολοκληρωθεί έως το 1948[24]. Οι εταιρείες πρόσθετα δεν κατέβαλαν τη φορολογία που τους αναλογούσε. Επιπλέον, στην κατανομή των κερδών, η συμφωνία περιλάμβανε την επιβεβαίωση των υφισταμένων δικαιωμάτων παραχώρησης των εταιρειών, την επέκτασή τους για σαράντα χρόνια και το άνοιγμα νέων τομέων έρευνας, για τις εταιρείες.

Η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας αυξήθηκε σημαντικά και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην τροφοδότηση της Βρετανίας και των ΗΠΑ στις επιχειρήσεις του πολέμου. Η Βενεζουέλα αύξησε την παραγωγή της κατά 42% μεταξύ των ετών 1943 – 1944, (προμηθευτής πετρελαίου των Συμμαχικών δυνάμεων). Το 1944, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας χορήγησε αρκετές νέες παραχωρήσεις, ώστε να ενθαρρύνει την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων. Αυτό κυρίως οφείλονταν σε αύξηση της ζήτησης πετρελαίου που είχε προκληθεί από τις ανάγκες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το 1945, η Βενεζουέλα παρήγαγε σχεδόν ένα εκατ. βαρέλια ανά ημέρα.

Ο Κλάδος του Πετρελαίου της Βενεζουέλας (πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες)

             Το 1945, με την ώθηση που έδωσε ο πόλεμος στην παραγωγή πετρελαίου, η Βενεζουέλα κατέλαβε τη δεύτερη θέση στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ. Εκτός από τον πετρελαϊκό της πλούτο εξακολουθεί να προσφέρει και τις κατάλληλες πολιτικές συνθήκες, για να μπορούν οι εταιρίες να εφαρμόζουν με άνεση τα σχέδια τους. Όλοι οι διεθνικοί όμιλοι εδρεύουν εκεί, εκτός από την Αγγλο-Ιρανική εταιρεία. Η χώρα βρίσκεται υπό δικτατορικό καθεστώς. Η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της πλουτίζει κι αυτή μαζί με τις ξένες επιχειρήσεις. Μετά τον πόλεμο, η ζήτηση του πετρελαίου συνέχισε να αυξάνεται. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην άνοδο της χρήσης των αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, (από 26 εκατ. σε 40 εκατ. μεταξύ 1945 – 1950).

Λίγο μετά το τέλος του πολέμου όμως, μια ομάδα αξιω­ματικών θεωρεί ότι η κυβέρνηση του στρατηγού Ισαίος Μεντίνα Ανγκαρίτα, είναι πολύ υποχωρητική στις διεθνικές εταιρίες και την ανατρέπει. Με την υποστήριξή της έρχεται στην εξουσία το αρι­στερό κίνημα της Δημοκρατικής Δράσης, (Accion Democratica – AD) [25]. Το 1947 γίνονται εκλο­γές, η AD κερδίζει την πλειοψηφία και το 1948 σχηματίζει κυβέρνηση. Οι ηγέτες της έχουν ζήσει χρόνια εξό­ριστοι στο Μεξικό, γνωρίζουν για την εθνικοποίηση του πετρελαίου και σκοπεύουν να την εφαρμόσουν στη χώρα τους. Αρχικά υλοποιούν την υφιστάμενη συμφωνία κατανομής των κερδών, «50-50». Η περίπτωση του Μεξικού επαναλαμβάνεται. Η αντίδραση των εταιριών είναι ακαριαία. Διακόπτουν ουσιαστικά την παραγωγική διαδικασία. Η άρχουσα τάξη της χώρας χρειάζεται μερικούς μήνες για να αντιδράσει. Στρατιωτική χούντα υπό τον Μάρκος Πέρες Χιμένες (1948-1958) ανατρέπει τον Νοέμβριο του 1948 τη δη­μοκρατική κυβέρνηση και το κόμμα της Δημοκρατικής Δράσης κηρύχθηκε παράνομο από το νέο καθεστώς.

             Ο Χιμένες θυ­μίζει την προπολεμική εποχή του στρατηγού Γκόμες: βία και διαφθορά[26]. Το πετρέλαιο ξαναγίνεται μέσο πλουτισμού για τους λίγους. Από τις πρώτες ενέργειες είναι η παροχή εγγυήσεων στις διεθνικές εταιρίες ότι όλα θα εξακολουθήσουν όπως πριν. Είναι κοινό μυστικό πως για την επάνοδο της δικτατορίας κάποιες απ' αυτές έχουν βάλει το χέρι τους. Και οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ ενδιαφέρονται ι­διαίτερα να έχουν τη δυνατότητα οι αμερικανικές εταιρίες να συ­νεχίζουν τη λειτουργία τους στο εξωτερικό. Μετά την επαναφορά της δικτατορίας, η χώρα εί­ναι ο κύριος εφοδιαστής της Ουάσιγκτον, όταν για μια δεκαετία οι αμερικανικές εισαγωγές πετρελαίου είναι περισσότερες από τις εξαγωγές. Η ανάπτυξη της πετρελαιοβιομηχανίας προσελκύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις στο πετρέλαιο - κυρίως από το 1940 ως το 1957 - γίνονται στη Βενεζουέλα. Όλο αυτό το διάστημα, εκτός από την «παρένθεση» της αριστερής Δημοκρατικής Δράσης το 1948, οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, αν και γίνονται ορισμένες μεταβολές στις συμφωνίες για τις παραχωρήσεις στις εταιρίες. Η παραγωγή ξαναβρίσκει τον ανοδικό ρυθμό της. Μάλιστα, ε­κτός από τις επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν στη χώρα, άλλες επιζητούν άδεια για εξερεύνηση σε νέες περιοχές. Οι επενδύσεις τους είναι σημαντικές, αλλά αυξημένα είναι και τα κέρ­δη που εισρέουν με ιδιαίτερη βαρύτητα στο αμερικανικό ισοζύγιο πληρωμών. Επιπλέον, υπάρχει το θέμα του απρόσκοπτου συνεχούς εφοδιασμού της χώρας - και επικρατεί η άποψη ότι τη σχετική ασφάλεια, μόνο οι αμερικανικές εταιρίες μπορούν να την προσφέρουν. Υπάρχει, επίσης, το γενικότερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια του εφο­διασμού της Δύσης. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται το αμερικανικό γόητρο σε μια εποχή που η αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση και τον κομμουνιστικό κόσμο βρίσκεται σε ιδιαίτερη έξαρση. Όλα αυτά - κυρίως βέβαια ο στόχος να λειτουργεί ανεμπόδιστα ο συνδυασμός των κερδοφόρων επενδύσεων, με την ασφάλεια στον ενεργειακό εφοδιασμό που προσφέρουν - επεξηγούν την εξωτερική πολι­τική των ΗΠΑ, σε περιπτώσεις που απειλείται η καθιερωμένη τάξη σε χώρες με μεγάλη παραγωγή πετρελαίου.

          Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, όμως, οι χώρες της Μέσης Ανατολής έχουν αρχίσει να συμβάλλουν σημαντικά στην προσφορά του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές και στα τέλη της δεκαετίας οι Ηνωμένες Πολιτείες εφάρμοσαν ποσοστώσεις στις εισαγωγές πετρελαίου[27]. Η αγορά αντιμετώπισε υπερπροσφορά και οι τιμές μειώθηκαν κατακόρυφα. Έτσι το 1958, τα οικονομικά προβλήματα οδηγούν σε ανατροπή του δικτάτορα Χιμένες από τον στρατό. Γίνονται εκλογές και η Δημοκρατική Δράση επανέρχεται στην εξουσία για το διάστημα 1959-1969. Σε μια εποχή που στη Νότια Αμερική επι­κρατούν στρατιωτικές εξουσίες, η Βενεζουέλα, με δεκαετίες δικτατορικής διακυβέρνησης, αρχίζει πορεία σταθερού δημοκρατικού καθεστώτος. Πρόεδρος της χώρας εξελέγη ο Ρομίλο Μπετανκούρ, επικεφαλής της AD. Οι ηγέτες της έχουν αναφερθεί από την εξορία, στην εθνικοποίηση του πετρελαίου. Ο νέος πρόεδρος Μπετανκούρ έχει γράψει μάλιστα σχετικά στο βιβλίο του «Βενεζουέλα, Πολιτική και Πετρέλαιο».

          Οι διεθνικοί όμιλοι, έχοντας τις εμπειρίες του Μεξικού το 1938 και της Βενεζουέλας το 1948, ετοιμάζο­νται να δράσουν ανάλογα. Θεωρούν δεδομένη την αμερικανική υποστήριξη, όταν κινδυνεύουν οι επενδύσεις και ο ανεφοδιασμός των ΗΠΑ.Η αμερικανική κυβέρνηση προτιμά τον συμβιβασμό. Αν απαιτηθεί θα προστατεύσει τις επενδύσεις των εταιριών και την εισροή του πετρελαίου. Προέχει όμως η πολιτική σταθερότητα στην Καραϊβική, (έχει παρουσιαστεί το ζήτημα της Κούβας). Συμβουλεύει τις εταιρίες να διαπραγματευθούν και ταυτόχρονα πείθει τη νέα κυβέρνηση της Βενεζου­έλας να είναι διαλλακτική. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Η εθνικοποίηση δεν είναι πλέον εύκολη υπόθεση. Η οι­κονομία της Βενεζουέλας εξαρτάται σχεδόν απολύτως από το πετρέλαιο. Η πλήρης ανατροπή του συστήματος της παραγωγής θα έχει ευρύτερα άμεσες συνέπειες, που θα υποσκάψουν την ισχύ της δημοκρατίας στη χώρα. Σοσιαλιστική κυβέρνηση και ιδιωτικές διεθνικές εταιρίες είναι αναγκασμέ­νες από τα πράγματα να συνυπάρξουν, (σύμφωνα και με τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ). Καταλήγουν σε συμφω­νία: στο εξής τα έσοδα για την κυβέρνηση θα είναι πραγματικά αυξημένα. Τα κεφάλαια των εταιριών θα παραμείνουν αλώβητα και θα αποφέρουν ικανά κέρδη.

               Το νέο στοιχείο που έφερε η Δημοκρατική Δράση στην πετρελαιοβιομηχανία της χώρας είναι η μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης. Επιχειρεί να προστατεύσει τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας την παραγωγή και επομένως την προσφορά του. Η εποχή, όμως, δεν είναι κατάλληλη. Η αύξηση της παραγωγής στη Μέση Ανατολή και αργότερα στη βόρεια και τη δυτική ακτή της Αφρικής θα διατηρήσει την προσφορά σε υψηλά επίπεδα και τις τιμές μειωμένες. Η μετριοπαθής πετρελαϊκή πολιτική της Βενε­ζουέλας θα φέρει καρπούς μακροπρόθεσμα. Η συνέπεια από την απόφαση των ΗΠΑ να πε­ριορίσουν τις εισαγωγές, οδηγεί σε μεγαλύτερη προσφορά στην εκτός των αμερικανών διεθνή αγορά. Την ίδια περίοδο βρίσκεται σε μεγάλη άνοδο και η παραγωγή της Σοβιετικής Ένωσης, που εντείνει τις προσπάθειες της στον εξαγωγικό τομέα. Αναμένεται, επομένως, νέα πτώση στις τιμές, (αύξηση της διεθνούς προσφοράς). Αυτή συνεπάγεται μείωση των καθαρών κερδών των μεγάλων εταιριών. Αποφασίζουν να λάβουν μέτρα στις πηγές της παραγωγής, αφού στην αγορά δεν υπάρχουν περιθώρια. Πρώτη παίρνει την απόφαση η Esso και την ακολουθούν οι άλ­λες εταιρείες[28]. Μειώνουν την κατώτερη τιμή για την αγορά αργού πετρελαί­ου, με την οποία προσδιορίζεται το ύψος των δασμών που καταβάλλουν στις χώρες παραγωγής, (Αύγουστος 1960). Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας αντιλαμβάνεται την πίεση. Αποτελεί την σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι και η Βενεζουέλα αλλάζει τη στρατηγική της.

           Μέχρι τη δεκαετία του 1960 ολόκληρη σχεδόν η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας βρισκόταν στα χέρια ξένων εταιρειών και ομίλων. Η «CreolePetroleumCorporation» κατείχε τις μεγαλύτερες περιοχές για τις οποίες είχε δοθεί άδεια διεξαγωγής ερευνών, ενώ δεύτερη ήταν η «RoyalDutch/Shell». Ωστόσο η συνέχιση της παρουσίας των ξένων στην Βενεζουέλα ήταν σε αμφισβήτηση καθώς ένα εθνικιστικό ρεύμα εξαπλώθηκε σε όλες τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες και άσκησε ιδιαίτερα σημαντική επιρ­ροή στη Βενεζουέλα.

          Η Βενεζουέλα κατανοεί ότι μόνη της αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις διεθνικές εταιρείες και τους υποστηρικτές τους. Αναζητεί οικονομικούς συμμάχους στις μεσανατολικές χώρες. Τις πεί­θει να εφαρμόσουν ενιαία πετρελαική πολιτική. Αν ενώσουν τις δυνάμεις τους, θα μπορούν να αντιμετω­πίζουν αποτελεσματικά τους πολυεθνικούς ομίλους. Από τις 10 ώς τις 14 Σεπτεμβρίου του 1960 συναντώνται στη Βαγδάτη, οι εκπρόσωποι πέντε μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών, (Ιράν, Ιράκ, Κουβέιτ, Σαουδικής Αραβίας και Βενεζουέλας). Ιδρύεται ο Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ- OPEC)[29]. Πρωτεργάτες είναι οι υπουργοί Πετρελαίου της Βενεζουέλας Χουάν Πάμπλο Περές Αλφόνσο και της Σαουδικής Αραβίας Αμπντουλάχ Ταρίκι. Ο σάχης του Ιράν εκπλήσσει τους προστάτες του με τη συμμετοχή της χώρας του στον Οργανισμό. Στην ουσία πρόκειται για ένα νέο καρτέλ, των χωρών πλέον που παράγουν και εξάγουν πετρέλαιο. Σκοπός του, σύμφωνα με το καταστατικό του, είναι να συντονίζει και να ενοποιεί τις πολι­τικές μεταξύ των μελών του, ώστε να εξασφαλίζονται δίκαιες και σταθερές τιμές για τις χώρες παραγωγής. Επίσης, να εξασφαλίζει αποδοτικό, οικονομικό και κανονικό εφοδιασμό των καταναλωτριών χωρών και δίκαιη απόδοση του κεφαλαίου για όσους επεν­δύουν στην πετρελαιοβιομηχανία[30].

           Οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες θεωρούσαν ότι αν θελήσουν να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους για περισ­σότερα έσοδα, οι εταιρίες θα περιόριζαν την παραγωγή και τις ε­πενδύσεις στη χώρα που το απαιτούσε και θα τις αυξήσουν στις χώρες που θα παρέμεναν «συνεργάσιμες». Έτσι ένας από τους λόγους για τους οποίους ιδρύθηκε ο ΟΠΕΚ είναι ακριβώς για να εξοβελίσει αυτόν τον κίνδυνο. Να οδηγήσει στη συνεννόηση και τη συνεργασία των με­λών του, ώστε να μην μπορούν οι ισχυροί όμιλοι να χρησιμοποιούν τη μία χώρα εναντίον της άλλης.Η Βενεζουέλα ωθείται από πολύ σημαντικούς οικονομικούς λό­γους αυτήν την περίοδο: μετά το 1958, με τη δημοκρατική της διακυβέρνηση και μετά τον συμβιβασμό με τις μεγάλες εται­ρίες, στρέφει την πετρελαϊκή πολιτική της στη ρύθμιση της πα­ραγωγής για να διατηρεί σταθερό το επίπεδο των τιμών και από το 1959 αντιμετωπίζει τις δυσμενέστατες γι' αυτήν συνέπειες της νέας πολιτικής των ΗΠΑ με τους περιορισμούς στις εισαγωγές. Τα κίνητρα των μεσανατολικών χωρών προς το παρόν είναι πε­ρισσότερο πολιτικά. Με την παραγωγική τους δυναμικότητα και τα αποθέματά τους μπορούν να έχουν αυξημένα έσοδα έστω και αν πληρώνονται από τις επιχειρήσεις το βαρέλι σε μικρότερη τιμή. Με τη συλλογική λειτουργία τους, όμως, στον ΟΠΕΚ δείχνουν τη δύ­ναμη που μπορούν να έχουν αυτές οι χώρες απέναντι στις μεγάλες διεθνικές εταιρίες, που μέχρι τότε είχαν την ευχέρεια να στρέφουν τη μία χώρα εναντίον της άλλης.

           Ωστόσο, η ίδρυση του ΟΠΕΚ δεν σημαίνει πως οι χώρες - μέλη του αναλαμβάνουν αυτόματα την πετρελαιοπαραγωγή. Η απόσταση που έχουν να διανύσουν είναι μακρά. Την πρώτη δεκαετία οι επιτυχίες θα είναι μετρημένες. Τα συμφέροντα των μελών διαφέρουν - κάθε χώρα μέλος διατηρεί την απόλυτη κυριαρχία στην παραγωγή της. Οι σχέσεις των μελών του είναι, την πρώτη δεκαετία της ζωής του, ανταγωνι­στικές. Κάθε κράτος είναι περιχαρακωμένο στα συμφέροντα του, σε ό,τι αφορά στην παραγωγή. Το σημαντικότερο που κατόρθωσαν αρχικά οι χώρες του ΟΠΕΚ, ήταν να τροποποιηθεί ο υπολογισμός των ακαθάριστων κερδών των εταιριών, ώστε να αυ­ξηθεί το μερίδιο τους. Αλλά στα δυσκολότερα και τα σημαντικό­τερα δεν τα κατάφεραν. Ωστόσο ο Οργανισμός θα αναπτυχθεί σε στέρεες βάσεις. Τα μέλη του θα αυξάνονταν διαχρονικά και θα αποκτούν εμπειρία με τη συνεργασία και τη διερεύνηση των κοινών προβλη­μάτων. Οι δραστηριότητες του θα έχουν γενικά χαμηλό προφίλ, καθώς θα θέτει τους στόχους του, θα υιοθετεί αποφάσεις και θα εμπλέκεται σταδιακά σε διαπραγματεύσεις με τις εταιρίες.

          Το 1961 ο ΟΠΕΚ δέχεται στα μέλη του το Κατάρ, σεϊχάτο στην ανατολική πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου, όπου έχουν βρεθεί μεγάλα κοιτάσματα μετά τον πόλεμο, (άλλο ένα βρετανικό προτεκτοράτο που θα γίνει ανεξάρτητο το 1971). Το 1962 μετέχουν στον ΟΠΕΚ η Ινδονησία και η Λιβύη. Το ίδιο έτος εμφανίζεται στο προσκήνιο ο σείχης Αχμέντ Ζακί Γιαμανί που αναλαβάνει υπουργός Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας. Με την προσωπικότητα του και τις ικανότητες του, θα αφήσει τη δική του σφραγίδα στις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που ε­πιφυλάσσει το μέλλον, με επίκεντρο το πετρέλαιο[31].

Κούβα και Πετρέλαιο της Βενεζουέλας    

           Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αναδεικνύεται μια νέα πρόκληση στα αμερικανικά συμφέ­ροντα στην Καραϊβική. Είναι η Κούβα, η οποία δεν διαθέτει υδρογονάνθρακες. Στα τέλη του 1958 ανατρέπεται ο δικτάτορας Μπατίστα από αντάρτες με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο. Στην αρχή η κυβέρνηση του Αϊζενχάουερ καλωσόρισε την πτώση του Μπατίστα. Ωστόσο η κρατικοποίηση εταιρειών που ανήκαν σε βορειοαμερικανούς (με εκτιμημένη αξία 1 δις δολάρια) και η εκδίωξη πολλών συντηρητικών με ισχυρούς φίλους στις ΗΠΑ δημιούργησαν εχθρότητα, (οι Κουβανοί εξόριστοι έγιναν γρήγορα μια ισχυρή ομάδα λόμπι στις ΗΠΑ). Παρόλο που ο ίδιος ο Κάστρο δεν θεωρήθηκε κομμουνιστής, οι ΗΠΑ ήταν ενήμερες για τον ρόλο του Τσε Γκεβάρα και την αναθέρμανση των σχέσεων ανάμεσα στον Κάστρο και τους Κουβανούς κομμουνιστές. Έτσι, οι ΗΠΑ έγιναν εχθρικές έναντι του Κάστρο στις αρχές του 1959. Ως συνέπεια αυτό ώθησε τον Κάστρο να απομακρυνθεί από οποιαδήποτε φιλελεύθερα στοιχεία υπήρχαν στο επαναστατικό του κίνημα και να στραφεί προς τους κομμουνιστές. Τον Οκτώβριο του 1959 όταν ο Κάστρο δήλωσε ότι επρόσκειτο φιλικά προς τους κομμουνιστές, αν και ο ίδιος δεν ήταν - τα φιλελεύθερα και αντικομμουνιστικά στοιχεία της κυβέρνησης αποχώρησαν, (με πολλούς να φεύγουν από τη χώρα και να ενώνονται με την εξόριστη κοινότητα στο Μαϊάμι).

           Μέχρι την επανάσταση του Κάστρο η χώρα προμηθεύεται πετρέλαιο από τρεις μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα. Η τιμή εισαγωγής είναι 3 δολ. το βαρέλι, όταν στον τόπο εξαγωγής η τιμή πώλησης είναι κάτω από 2 δολ. Η απόσταση είναι μικρή για να δικαιολογείται η διαφορά τιμής ως κόστος μεταφοράς. Η επαναστατική κυβέρνηση αντιδρά για τις αυξημένες τιμές του πετρελαίου, αλλά δεν μπο­ρεί να βρει εναλλακτική λύση. Η Σοβιετική Ένωση συμφωνεί να της διαθέτει πετρέλαιο σε τιμή 2,10 δολ. το βαρέλι, αλλά στο νησί υπάρχουν εγκαταστά­σεις μόνο για εισαγωγή και διύλιση που ελέγχονται από τις τρεις εταιρίες. Αυτές δεν δέχονται να επεξεργαστούν πετρέλαιο που δεν α­νήκει στους ομίλους με τους οποίους συνεργάζονται. Νομικά οι εταιρίες είναι κατοχυρωμένες. Επιπλέον η αμερικανική κυβέρνηση εγγυάται ότι θα τις υποστηρίξει. Είναι δεδομένη πλέον η σφοδρή της αντίθεση στο νέο καθεστώς. Οι σχέσεις των δύο πλευρών χειροτερεύουν. Η επαναστατική κυβέρνηση θεωρεί ότι η άρνηση εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική των ΗΠΑ. Θέτει υπό έλεγχο τα διυλιστή­ρια με εντολή να γίνει η διύλιση του σοβιετικού πετρελαίου που προβλέπει η συμφωνία, ικανού να καλύψει το ένα τρίτο των αναγκών της. Οι εταιρίες αποσύρουν το προσωπικό τους και διακόπτουν τον εφοδιασμό της χώρας. Με τη σειρά της, η Σοβιε­τική Ένωση αναλαμβάνει όλη την προμήθεια. Το πετρέλαιο γίνεται ο καταλύτης για να ενταχθεί οριστικά η Κούβα στον ανα­τολικό συνασπισμό. Με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ θεώρησαν ανεπίτρεπτη την επιρροή των Σοβιετικών στην αμερικανική ήπειρο και εγκρίθηκαν σχέδια για απομάκρυνση του Κάστρο από την εξουσία[32]. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 επιβλήθηκε εμπορικό εμπάργκο στην Κούβα, κάτι που ώθησε ακόμη περισσότερο τον Κάστρο στη Σοβιετική συμμαχία.

Ο Κλάδος του Πετρελαίου της Βενεζουέλας (δεκαετία ’70 και μεταγενέστερα)

           ToAD συνέχισε να ασκεί επιρροή στην πολι­τική σκηνή του Καράκας κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μέσω νικών που κατήγαγε στις προεδρικές εκλογές και στις εκλογές για το Κογκρέσο. Το σημαντικότερο που δεν έχει επιτύχει ο ΟΠΕΚ είναι να συμφωνήσουν τα μέλη του για τα επίπεδα της παραγωγής τους. Μια τέτοια συμφωνία θα εξασφάλιζε τις τιμές αλλά δεν εξυπηρετεί όλα τα μέλη. Οι μεσανατολικές χώρες δεν έχουν λόγο να μην παρά­γουν περισσότερο πετρέλαιο. Όσο όμως θα απουσιάζει ένας μηχανισμός, με τον οποίο θα ελέγχεται και θα ρυθμίζεται η παραγωγή, ελλοχεύει η περαιτέρω μείωση των τιμών. Πρόσθετο εμπόδιο αποτελεί το γεγονός πως οι χώρες παραγωγής πρέπει να διαπραγματεύονται όχι μόνο με τις επτά μεγάλες, αλλά και με άλλες εταιρίες, στις οποίες οι ίδιες έχουν αποτανθεί για να αυξήσουν την παραγωγή τους. Ο α­νταγωνισμός των εταιριών έχει γίνει έντονος, ώστε είναι απίθανο να επιτευχθεί ένας γενικός μηχανισμός που θα συνδέει σε διεθνές επίπεδο το ύψος της παραγωγής με την ανα­μενόμενη ζήτηση.

             Τον Δεκέμβριο του 1970 οι υπουργοί Πετρελαίου του ΟΠΕΚ συναντώνται στο Καράκας της Βενεζουέλας και καταλήγουν στη σπουδαιότερη συμφωνία τους. Αυτή θα ανακόψει την πτώση στις τιμές και θα οδηγήσει σε σημαντικές αυξή­σεις. Οι χώρες - μέλη συμφωνούν να απαιτήσουν από κοινού με­γαλύτερες πληρωμές από τους διεθνικούς ομίλους. Η συλλογική τους ενέργεια έχει αποτέλεσμα. Ο ΟΠΕΚ ενισχύει τη θέση του στο παγκόσμιο σύστημα του πετρελαίου. Δεν είναι πλέον ο εταίρος που οι επιχειρήσεις δεν υπολογίζουν, έχοντας την ευχέρεια να οργανώνουν τη διεθνή αγορά σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Το σημαντικότερο για τις χώρες παραγωγής, εκτός από την αύξηση των εσόδων, είναι ότι αντιλαμβάνονται τα θετικά της κοινής δράσης. Ώς το 1973 ο ΟΠΕΚ θα επιτύχει δύο ακόμη αυξήσεις στις επίσημες τιμές και θα έχει αναγκάσει τους ομίλους να αποδεχτούν την κρατική συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 το νέο στοιχείο στο σύ­στημα του πετρελαίου είναι η ισχυροποίηση του Οργανισμού. Είναι ένα νέο «κέντρο ισχύος» κι αυτό αναγνωρίζεται έμπρακτα από τις εταιρίες.

             Η Βενεζουέλα γνωρίζει τεράστια οικονομική μεγέθυνση χάρη στο πετρέλαιο. Μεταξύ 1972 και 1974, τα έσοδα της κυβέρνησης της Βενεζουέλας τετραπλασιάστηκαν. Με μια νέα αίσθηση εμπιστοσύνης, ο πρόεδρος της χώρας Carlos Andrés Pérez δεσμεύτηκε ότι η Βενεζουέλα θα αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό μέσα σε λίγα χρόνια. Σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει τα κέρδη του πετρελαίου για την αύξηση της απασχόλησης, την καταπολέμηση της φτώχειας, την αύξηση του εισοδήματος και τη διαφοροποίηση της οικονομίας: αντικατάσταση εισαγωγών, επιδοτήσεων και δασμολογικής προστασίας. Την περίοδο 1975-1976, σε μια ευνοική συγκυρία ανόδου των τιμών και αστάθειας στο ενεργειακό περιβάλλον, η Βενεζουέλα εθνικοποίησε τον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου της. Τον έθεσε υπό τον έλεγ­χο της PDVSA, (Petroleos De Venezuela, SA). Η PDVSA είναι η ένατη μεγαλύτερη εταιρεία πε­τρελαίων στον κόσμο[33]. Διαχειρίζεται τη μισή σχεδόν παραγωγή της χώρας. Ωστόσο, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η περαιτέρω πτώση των διεθνών τιμών του μαύρου χρυσού έφερε οικονομική λιτότητα, κοινωνική αναταραχή και παρασύρε τη χώρα βαθύτερα στο χρέος. Κα­τά τη δεκαετία του 1980 η Βενεζουέλα αντιμετώπισε υψηλό ποσοστό ανεργίας, πληθωρισμό και υψηλό διεθνές χρέος, που διεύρυναν την οικονομική κρίση. Στα τέλη της δεκαετίας και τα επόμενα έτη η κακή οικονομική κατάσταση και η διαφθορά της πολιτικής ελίτ, πυροδότησαν την εμ­φάνιση απεργιών, διαδηλώσεων και δύο αποτυχημένων πραξικοπη­μάτων. Ένας από τους ηγέτες του πρώτου πραξικοπήματος, ο Ούγκο Τσάβες εκλέχτηκε πρόεδρος το 1998 και επανεξελέγη το 2000.

Με μια μονοδιάστατη εξέλιξη της βιομηχανίας, (ο τομέας του πετρελαίου ήταν κυρίαρχος σ΄ όλους τους άλλους οικονομικούς τομείς στη χώρα), η γεωργική παραγωγή είχε μειωθεί δραματικά. Η γεωργία αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο της οικονομικής παραγωγής το 1920 (παραγωγή καφέ και κακάο) αλλά από τη δεκαετία του 1950 το ποσοστό αυτό μειώνεται στο ένα δέκατο. Αυτή η ξαφνική αύξηση της σημασίας του πετρελαίου και παραμέλησης του αγροτικού τομέα, προκάλεσε στην οικονομία της Βενεζουέλας το γνωστό φαινόμενο στους οικονομολόγους ως την «ολλανδική ασθένεια»[34]. Η κυβέρνηση αγνόησε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, περιλαμβανομένης της εκπαίδευσης, της υγείας, της γεωργίας, της εγχώριας βιομηχανίας και των υποδομών, προκαλώντας υστέρηση της Βενεζουέλας σε σχέση με άλλες βιομηχανικές χώρες.

Ωστόσο η αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου μετά το 2000 αντέστρεψε τη ζοφερή κατάσταση. Τον Δεκέμβριο του 2002 οι πολιτικοί αντίπαλοι του Chavez κάλεσαν τον λαό σε γενική απεργία για να απαιτήσουν να παραιτηθεί ή να διενεργήσει πρό­ωρες εκλογές. Η Βενεζουέλα δεχόταν ένα σημαντικό πλήγμα στην πε­τρελαϊκή της παραγωγή λόγω της έντονης πολιτικής αστάθειας. Στο διάστημα αυτό η παραγω­γή μειώθηκε από 3.300.000 σε λιγότερα από 40.000 βαρέλια την ημέρα. Η κυβέρνηση αντέδρασε δυναμικά, (απέλυσε τους μισούς σχεδόν από τους 40.000 εργαζομένους της PDVSA και διόρισε νέα διοίκηση). Ο κλάδος πε­τρελαίου της Βενεζουέλας υπέστη σημαντικές απώλειες παραγωγής και πετρελαϊκών εσόδων. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2003 η αντιπολίτευση είχε συγκεντρώσει 3.400.000 υπογραφές στο πλαίσιο ενός δευτέρου αιτήμα­τος για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την παραμονή του Chavez στην εξουσία. Τον Αύγουστο του 2004 οι πολίτες ψήφισαν για το αν θα έπρεπε να παραμείνει ο Chavez στην εξουσία ή να αποχωρήσει. Τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας ευνόησαν τον Chavez και οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν για απάτη. Ωστόσο ο Τσάβες επανεκλέχθηκε πρόεδρος το 2006. Οι αυξημένες διεθνείς τιμές των υδρογονανθράκων τον ευνοούν. Στις 11 Φεβρουαρίου του 2009 σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Τσάβες ανακοίνωσε ότι αποτράπηκε απόπειρα πραξικοπήματος. Σε δημοψήφισμα, που διεξήχθη στις 15 Φεβρουαρίου του 2009, το 54% των ψηφοφόρων ψήφισε υπέρ της κατάργησης του συνταγματικού άρθρου το οποίο περιόριζε στις δύο θητείες την παραμονή του ίδιου προσώπου στο ανώτατο αξίωμα της χώρας. Στις βουλευτικές εκλογές που διενεργήθηκαν το 2010, το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα του κέρδισε 94 έδρες, χωρίς όμως αυτοδυναμία (110 έδρες). Στις πρόσφατες εκλογές (7/10/2012) ο Τσάβες διεκδίκησε και κέρδισε την τέταρτη συνεχόμενη προεδρική εξάχρονη θητεία, από τον Φεβρουάριο του 2013.

Επίλογος

Ορισμένοι αναλυτές ισχυρίζονται ότι όποτε προέκυψε σύγκρουση μεταξύ κρατικών και επιχειρησιακών συμφερόντων στον τομέα των ενεργειακών πόρων, επικράτησαν πάντα τα πρώτα και όχι τα εταιρικά[35]. Για την υποστήριξη των θέσεων τους αναφέρουν πολλές περιπτώσεις. Για παράδειγμα εάν η ενεργειακή διπλωματία των ΗΠΑ ήταν «έρμαιο» του αμερικανικού πετρελαϊκού λόμπι, οι εταιρείες θα είχαν στρέψει τις ΗΠΑ εναντίον του Ισραήλ. Θεωρούμε ότι αυτή η αντίληψη φέρεται κατ΄ αρχήν να είναι συμβατή με την ανάλυση σε Γεωπολιτικό πλαίσιο: τα πολιτικά συμφέροντα γενικά υπερισχύουν των οικονομικών ωφελειών. Σ΄ αυτήν την περίπτωση όμως προκύπτει το εξής απλό ερώτημα: πως θα χρηματοδοτηθεί αυτή η υποστήριξη; Ποιός θα καταβάλει το κόστος της; Θα δέχονταν για παράδειγμα οι αμερικανοί φορολογούμενοι να πληρώνουν για τη στήριξη του Ισραήλ; Για τα κέρδη των πετρελαικών επιχειρήσεων; Επιπλέον ας έχουμε υπόψη μας ότι το κοινωνικό σύνολο μιας χώρας δεν εκφράζεται πάντοτε από τις κυβερνήσεις του.

Η απάντηση είναι εξίσου λογική: η πολιτική υποστήριξη θα αποφέρει και οικονομικά κέρδη, (άμεσα και έμμεσα)[36]. Αυτήν την απάντηση δύναται να στηρίξει (σε μια γόνιμη αντιπαράθεση), η θεωρητική προσέγγιση της Γεωοικονομίας. Τα χρηματικά και εταιρικά οφέλη μπορούν να υποστηρίξουν σχετικές πολιτικές αποφάσεις. Έτσι θα αξιοποιηθούν τα αφανή οφέλη και κέρδη τα οποία προκαλούν οι εν λόγω πολιτικές επιλογές. Για παράδειγμα η απώλεια των κερδών της Αγγλο-Ιρανικής Εταιρείας Πετρελαίου στο Ιράν το 1953, προκάλεσε την εμπλοκή των Αγγλο-Αμερικανών[37]. Επίσης ο διακανονισμός του Σαν Ρέμο του 1920 μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας απέκλειε τις ΗΠΑ και τις πετρελαϊκές επιχειρήσεις τους από τις ενεργειακές πηγές της περιοχής. Πριν από το τέλος του 1920, με προτροπή των εταιρειών ο αμερικανικός Τύπος κατήγγειλε την αγγλο-γαλλική συμφωνία ως «ντεμοντέ ιμπεριαλισμό». Στην Ουάσινγκτον, έκαναν αναφορά σε κυρώσεις και άλλα μέτρα εναντίον των «αχάριστων» συμμάχων. Οι σχέσεις Ουάσινγκτον και Λονδίνου ψυχράνθηκαν. Σύντομα το Ηνωμένο          Βασίλειο υπέκυψε στις διατλαντικές πιέσεις και επεσήμανε ότι ήταν έτοιμο για μια συμφωνία που θα έδινε στις ΗΠΑ ένα "δίκαιο" μερίδιο.

Η Γεωοικονομία δύναται επίσης να αιτιολογήσει τις μαρξιστικές θεωρήσεις περί του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και τη λενινιστική έννοια του ιμπεριαλισμού. Η πρώτη αναφέρεται στη συνένωση των δυνάμεων των κεφαλαιουχικών μονοπωλίων με τις κρατικές δομές. Η δεύτερη στην ολοκλήρωση της εδαφικής κατανομής του κόσμου ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη. Η διαπλοκή του κρατικού τομέα με τις εταιρείες σε μια κρατικομονοπωλιακή πολιτική καταγράφονται στον ενεργειακό τομέα από το 1905, [Βρετανία και εταιρεία του D'Arcy, (μετέπειτα Αγγλο-Περσική Εταιρεία Πετρελαίου), Βρετανία και όμιλος Royal Dutch Shell].

Ωστόσο από την χαρακτηριστική περίπτωση της Βενεζουέλας που εξετάστηκε στα προηγούμενα, προέκυψε ότι: τα συμφέροντα των ομίλων ταυτίζονταν ή ήταν συμβατά με αυτά των κρατών των εταιρειών (ΗΠΑ) και όχι ανταγωνιστικά. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η Ουάσιγκτον παρενέβη πολιτικά, μεταξύ του κράτους της Βενεζουέλας και των διεθνικών επιχειρήσεων διασφάλιζε πρώτιστα και τα συμφέροντά τους, (σε μακροπρόθεσμο πεδίο ή/και σε συνολική βάση).

Συνεπώς η Γεωπολιτική θεώρηση είναι μονομερής, μεροληπτική και μάλλον αποπροσανατολιστική. Ειδικόπερα υποστηρίζουμε ότι η ύπαρξη και η ισχύς του κράτους του Ισραήλ αποτελεί ακριβώς το λόγο για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ. Αξιοποιείται εύσχημα η Αραβο-Ισραηλινή διαμάχη για την εκμετάλλευση των Αραβικών πετρελαίων. Κύριο σκοπό αποτελεί η απρόσκοπτη προμήθεια υδρογονανθράκων. Ως μέσο χρησιμοποιείται ο γεωστρατηγικός έλεγχος της περιοχής. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη προσέγγιση της Γεωενέργειας[38]. Πρόσθετα οι Μεγάλες Δυνάμεις υποστήριζαν και εξακολουθούν να υπερασπίζουν τα συμφέροντα και τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών τους στο εξωτερικό, που άλλωστε ενισχύουν μεταξύ άλλων και την ενεργειακή τους ασφάλεια, (τρέχουσα και μελλοντική).[39] Η παράλληλη προσέγγιση της Γεωοικονομίας και της Γεωπολιτικής, δύναται να ερμηνεύσει σε σημαντικό βαθμό την ιστορική διαδρομή και τις εξελίξεις σε μια χώρα με έντονο ενεργειακό ενδιαφέρον, όπως η Βενεζουέλα. Ωστόσο η θεώρηση της Γεωενέργειας επεξηγεί ολοκληρωμένα, συνδυασμένα και με τεκμηρίωση τα δρώμενα, έχοντας ως κέντρο βάρους τις ενεργειακές πηγές και τα εταιρικά και κρατικά συμφέροντα.

«Μπορείς να τους ξεγελάς όλους για λίγο καιρό, λίγους όλο τον καιρό,

αλλά όχι όλους όλο τον καιρό».

Abraham Lincoln, (1809-1865, 16ος Πρόεδρος των ΗΠΑ, από το 1860 έως το 1865)

 


[1] Μέλη του Κέντρου Αμυντικών, Ενεργειακών και Γεωπολιτικών Ερευνών (ΚΑΕΓΕ), http://www.defencenter-energeo.org/. Οι συγγραφείς δέχονται ευχαρίστως ιδέες και κρίσεις ανατροφοδότησης στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">johnvidos2000@yahoo.gr καιΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.">gbaltos@yahoo.gr

[2] Το όνομα «Βενεζουέλα» αποδίδεται ιστορικά σε παράγωγο του ονόματος Βενετία (Venezia). Ο Ιταλός εξερευνητής Αμέρικο Βεσπούτσιισχυρίζεται ότι έδωσε αυτό το όνομα, όταν πρωτοείδε σπίτια ιθαγενών που εξείχαν από το νερό και του θύμισαν την Βενετία. Σύμφωνα με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή θεωρία, το όνομα προέρχεται από μια λέξη των ιθαγενών και σήμαινε «Μεγάλο Νερό», όπως ήταν γνωστός ο κόλπος του Μαρακαΐμπο.

[3] Οι αυτόχθονες πληθυσμοί στη Βενεζουέλα, όπως και πολλές αρχαίες κοινωνίες, χρησιμοποιούσαν ήδη ακατέργαστο πετρέλαιο και άσφαλτο από διαρροές στην επιφάνεια. Το παχύ μαύρο υγρό, γνωστό στους ντόπιους ως «mene», κυρίως χρησιμοποιούνταν για ιατρικούς σκοπούς, ως πηγή φωτισμού και για το καλαφάτισμα των κανό.

[4] Η πρώτη τεκμηριωμένη μεταφορά του πετρελαίου από τη Βενεζουέλα έγινε το 1539, όταν ένα βαρέλι πετρελαίου, εστάλη στην Ισπανία για την αντιμετώπιση της ουρικής αρθρίτιδας του αυτοκράτορα Καρόλου Ε', (http://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_Venezuelan_oil_industry).

[5] Η ποσότητα αυτή αποτελεί μια σημαντική αναθεώρηση προς τα πάνω – το 2010 τα αποθεματικά της χώρας υπολογίστηκαν σε 99,4 δις βαρέλια. Η αύξηση προκύπτει από την ένταξη των τεραστίων αποθεμάτων βαρέος πετρελαίου στη ζώνη του Ορινόκο,

βλ. http://www.eia.gov/countries/cab.cfm?fips=VE

[6] Οι εκτιμήσεις της παραγωγής ποικίλουν από πηγή στην πηγή, κυρίως λόγω της μεθοδολογίας μέτρησης. Για παράδειγμα, ορισμένοι αναλυτές μετρούν άμεσα το «πλέον-βαρύ» πετρέλαιο που παράγεται στη ζώνη του Ορινόκο, ως μέρος της παραγωγής αργού. Άλλοι (συμπεριλαμβανομένων της ΕΙΑ) μετρούν το αναβαθμισμένο «syncrude», που είναι περίπου 10% μειωμένο από τον όγκο της αρχικής πρώτης ύλης του πετρελαίου.

[7] Περισσότερα από το ένα τρίτο των κατεργασμέ­νων προϊόντων της Βενεζουέλας εξάγονται στις ΗΠΑ και διανέμονται από την Citgo, που έχει την έδρα της στην Τούλσα. Η Citgo είναι η αμε­ρικανική θυγατρική της PDVSA(Petroleos de Venezuela SA) στον τομέα της διύλισης και του μάρκετινγκ και μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες λιανικής πώ­λησης βενζίνης.    

[8] Αυτός είναι ο λόγος που η χώρα δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

[9] Βλ. Falola & Genova, 2008, σελ. 314.

[10] Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη άδεια για εμπορική εκμετάλλευση του πετρελαίου της χώρας. Η εταιρεία του, η «Compania Petrolia de Tachira», ήταν η πρώτη εταιρεία πετρελαίων στο Καράκας.

[11] Τη δεκαετία του 1920 οι διεθνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται έντονα. Η μεξικανική παραγωγή φτάνει στη δεύτερη θέση στον κόσμο και οι εξαγωγές της καλύπτουν το 10% της ζήτησης στις διεθνείς αγορές.

[12] Ο όμιλος «Royal Dutch Shell» ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1907. Η ολλανδική εταιρεία «Royal Petroleum» και η «Shell Transport and Trading Company Ltd» του Ηνωμένου Βασιλείου, συγχώνευσαν τις δραστηριότητές τους προκειμένου να μπορέσουν να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο, την τότε κυρίαρχη αμερικανική εταιρεία πετρελαίου, «Standard Oil» του John D. Rockefeller. Οι όροι της συγχώνευσης απέδιδαν το 60% της ιδιοκτησίας του ομίλου στον ολλανδικό βραχίονα και 40% στους Βρετανούς, (βλ. Μπακανάκης,κα, 2010, σελ. 301-303). Σημειώνεται ότι ο Ροκφέλερ επιχείρησε αρχικά να εξαγοράσει τη «Royal Petroleum» αλλά ο Ολλανδός πρόεδρός της Ντέτερντινγκ (Henri Deterding) αρνήθηκε.

[13] Η περιοχή αυ­τή έγινε γνωστή ως «ακτή Μπολιβάρ» και συνεχίζει μέχρι σήμερα να εί­ναι η πιο σημαντική πετρελαιοφόρος περιοχή της Βενεζουέλας.

[14] Η ομάδα των τριών, από τη διάλυση του τραστ του Ροκφέλερ που έγινε το 1911, αποτελείτο από τις (πρώην) StandardOilofNewJersey (Esso), StandardOilofNewYork (Soconyή Mobil), StandardOilofCalifornia (Socal). Οι άλλες δυο αμερικανικές αναπτύχθηκαν χάρη στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του Τέξας: GulfOil και Texaco. Η πρώτη το 1972 μετονομάστηκε σε Exxon και το 1999 συγχωνεύεται με την δεύτερη (Mobil), δημιουργώντας την ExxonMobil. Η τρίτη το 1984 συγχωνεύεται με την τέταρτη (GulfOil) και μετονομάζεται σε Chevron και το 2001 συγχωνεύεται με την πέμπτη (Texaco). StandardOilofNewJersey ( Esso ) (UnitedStates) ThissubsequentlybecameExxon , whichrenameditselfExxonMobilfollowingtheacquisitionofMobilin 1999.StandardOilCo. ofNewYork (Socony) (UnitedStates) ThissubsequentlybecameMobil , whichwasacquiredbyExxonin 1999.Texaco (UnitedStates).ThiswasacquiredbyChevronin 2001.

Εκτός από τις πέντε αμερικανικές στην ομάδα περιλαμβάνονται η Αγγλο-Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου (BP) και η Βρετανο- Ολλανδική RoyalDutchShell. StandardOilofNewJersey ( Esso ) (UnitedStates) ThissubsequentlybecameExxon , whichrenameditselfExxonMobilfollowingtheacquisitionofMobilin 1999.StandardOilCo. ofNewYork (Socony) (UnitedStates) ThissubsequentlybecameMobil , whichwasacquiredbyExxonin 1999.Texaco (UnitedStates).ThiswasacquiredbyChevronin 2001.

[15] Το πε­τρέλαιο βαρέος τύπου, έχει υψηλή πυκνότητα σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και χρειάζεται επεξεργασία σε ειδικό εργοστάσιο αναβάθμισης, που μετατρέπει το «βαρύ» αργό πετρέλαιο σε «ελαφρύ» και αυξάνει την αξία του.

[16]Βλ. Falola & Genova, 2008, σελ. 313.

[17] http://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_Venezuelan_oil_industry

[18] Όταν το πετρέλαιο ανακαλύφθηκε στο Μαρακαΐμπο το 1922, ο δικτάτορας της Βενεζουέλας επέτρεψε στους Αμερικανούς να συντάξουν τη νομοθετική ρύθμιση για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

[19] Αιφνιδιάστηκαν διότι δεν πίστευαν πως θα γινόταν εθνικοποίηση των πετρελαίων. Η απειλή ήταν παλιά, επανερχόταν συνεχώς, αλλά δεν πραγματοποιείτο. Υλοποιήθηκε τελικά όταν ο ΠρόεδροςLázaro Cárdenas δήλωσε ότι όλα τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων και πετρελαίου που βρίσκονταν στο Μεξικό ανήκουν στο έθνος. Σημειώνεται ότι η πρώτη εθνικοποίηση πετρελαϊκής βιομηχανίας, έλαβε χώρα στη Σοβιετική Ένωση μετά το 1917.

[20]Βλ. Falola & Genova, 2008, σελ. 257-261. http://www.americanforeignrelations.com/O-W/Oil-The-origins-of-u-s-foreign-oil-policy.html#ixzz1rYVwXBTK

http://history.state.gov/milestones/1937-1945/MexicanOil

[21] Η α­ντίδραση τους θα αποτελέσει προηγούμενο κατά την εθνικοποίηση του περσικού πετρελαίου τo 1951. Το μέτρο αυτό προκάλεσε διεθνές μποϊκοτάζ των προϊόντων του Μεξικού κατά τα επόμενα έτη, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία,

βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Expropiaci%C3%B3n_petrolera

[22] Οι απαιτήσεις της εσωτε­ρικής αγοράς αυξάνονται ταχύτατα. Το Μεξικό θα επιδιώξει πρω­τίστως την αυτάρκεια και θα την επιτύχει.

[23] Παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος μέχρι το 1976, το έτος της εθνικοποίησης, με δύο μόνο, μερικές αναθεωρήσεις του, που έγιναν το 1955 και το 1967.

[24] http://en.wikipedia.org/wiki/Nationalization_of_oil_supplies

[25] To κόμμα Accion Democratica (Δημοκρατική Δράση - AD) άρχισε τη πολιτική του πορεία ως νόμιμο πολιτικό κόμμα το 1941, (με τις ρίζες του να φτάνουν σε συγκεκριμένο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1920). Στηριζόταν στον αγροτικό πληθυσμό, στους βιομηχανικούς εργάτες και στους επαγγελματίες της μεσαίας τά­ξης. Το 1948 το κόμμα αριθμούσε μισό εκατομμύριο μέλη.

[26] Μπακανάκης,κα, 2010, σελ. 100.

[27] Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Eisenhower επέβαλε τον Μάρτιο του 1959 υποχρεωτικές ποσοστώσεις στις εισαγωγές πετρελαίου, (MandatoryOilImportProgram/MOIP). Οι ποσοστώσεις αυτές, που διατηρήθηκαν έως το 1971, περιόριζαν τις καθαρές εισαγωγές αργού στο 9% της εγχώριας ζήτησης. Εξαιρούνταν στην πράξη μόνο οι δια ξηράς εισαγωγές, που προέρχονταν από τον Καναδά και το Μεξικό: ήταν συγκριτικά ασφαλέστερες από τις υπερπόντιες εισαγωγές του υπολοίπου Δυτικού (Βενεζουέλα) και πρωτίστως του Ανατολικού Ημισφαιρίου (Μέση Ανατολή). Η απόφαση αυτή της αμερικανικής κυβέρνησης σκόπευε στη μείωση της εξάρτησης της Ουάσιγκτον από ξένες ενεργειακές πηγές. Προστάτευε επιπλέον τα συμφέροντα των μικρότερων πετρελαϊκών εταιριών, που ήλεγχαν την παραγωγή του Τέξας, της Οκλαχόμα και της Λουϊζιάνα.

[28] Μπακανάκης,κα, 2010, σελ. 130.

[29] Έδρα του τα πέντε πρώτα χρόνια θα είναι η Γενεύη. Αλλά κα­θώς η ελβετική πόλη με το κύρος των διεθνών συναντήσεων δεν έχει συνηθίσει να φιλοξενεί οργανισμούς που δεν έχουν κάποια αξιόλογη διπλωματική αναγνώριση, ο ΟΠΕΚ θα μεταφέρει το αρχηγείο του στη Βιέννη, ύστερα από συμφωνία με την αυστριακή κυβέρνηση, την 1 Σεπτεμβρίου του 1965. Το Συμβούλιο των Υ­πουργών Πετρελαίου των χωρών μελών, που έχει την ευθύνη να καθορίζει τη γενική πολιτική, θα συνέρχεται δύο φορές το χρόνο.

[30] Την περίοδο που ιδρύεται, οι διεθνικές εταιρίες ελάχιστα ασχολούνται θεωρώντας ότι σε μερικά έτη θα πάψει να υπάρχει. Σε μερικά χρόνια, όμως, θα διαπραγματεύονται μαζί του για τον τρόπο υπολογισμού των κερδών. Θα αποδέχονται την αύξηση των πληρωμών ανά βαρέλι κατανοώντας ότι αποτελεί μια πραγματικότητα που δεν μπορούν πιά να παραβλέψουν. Κατανοούν, επίσης, πως δεν μπορούν να αποφασίζουν μόνες τους μειώσεις τιμών. Αλλά οι όμιλοι έχουν ακόμη την κυριαρχία στις αγορές.

[31] Βλ. Παράρτημα Α΄ στο τέλος του κειμένου.

[32] Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση εξουσιοδότησε σχέδια για εισβολή στην Κούβα από εξόριστους που είχαν ως βάση τη Φλόριντα με ταυτόχρονο εσωτερικό ξεσηκωμό εναντίον του Κάστρο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η «Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων» τον Απρίλιο του 1961: η εξέγερση δεν έγινε ποτέ, ενώ οι εισβολείς διώχθηκαν. Αυτό έκανε τον Κάστρο να ανακηρύξει τον Μάιο του 1961 την Κούβα σοσιαλιστική δημοκρατία.

[33] Βλ. Παράρτημα Β΄ στο τέλος του κειμένου.

[34]Ο όρος επινοήθηκε το 1977 από το περιοδικό «The Economist» για να περιγράψει την πτώση του μεταποιητικού τομέα στην Ολλανδία , μετά την ανακάλυψη ενός μεγάλου κοιτάσματος φυσικού αερίου το 1959. Αυτή η "ασθένεια" εμφανίζεται όταν ένα εμπόρευμα φέρνει μια σημαντική αύξηση των εσόδων σε έναν τομέα της οικονομίας και δεν ακολουθείται από την αύξηση των εσόδων σε άλλους τομείς.

[35] Βλ. Τσακίρης, 2008, σελ 52,67,99.

[36] Ωστόσο για την αρχική στήριξη των πολιτών στα εν λόγω σχέδια θα επιστρατευθούν μέσω των ΜΜΕ επιλογές έλξης ή/και χειραγώγησης των μαζών, όπως δημοκρατία στο Ιράκ, ανθρώπινα δικαιώματα στο Αφγανιστάν κ.ο.κ ή αισθήματα φόβου όπως κατοχή υπερόπλων, ενδεχόμενα τρομοκρατικά κτυπήματα κ.α.

[37] Η Αγγλο-Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου, που από το 1954 μετονομάζεται σε Βritish Ρetroleum, παραχώρησε ως αντάλλαγμα στους νέους συνεταίρους της, τις πέντε μεγαλύτερες πετρελαϊκές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, το 40% των περσικών κοιτασμάτων,

(http://www.tovima.gr/world/article/?aid=340150).

[38] Βλ. αναλυτικότερα άρθρο με τίτλο: «Γεωενέργεια – μια νέα ανάγνωση του κόσμου», στο περιοδικό «Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία», τεύχος 03, Απρίλιος 2010.

[39] Βλ. κείμενο σχετικά με τον «Ψυχρό Ενεργειακό Πόλεμο», στο περιοδικό «Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία», τεύχος 17, Ιούνιος 2011.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

Τα μέλη του ΟΠΕΚ (OPEC)


Κράτος

Έτος ένταξης

Βενεζουέλα*

1960

Ιράκ*

1960

Ιράν*

1960

Κουβέιτ*

1960

Σαουδική Αραβία*

1960

Κατάρ

1961

Ινδονησία**

1962

Λιβύη

1962

Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

1967

Αλγερία

1969

   

Νιγηρία

1971

Ισημερινός***

1973

Γκαμπόν****

1975

Ανγκόλα

2007


 


* Τα πέντε πρώτα κράτη είναι τα ιδρυτικά μέλη του ΟΠΕΚ.

** Η Ινδονησία αποχώρησε τον Ιανουάριο του 2009.

*** Ο Ισημερινός διέκοψε τη συμμετοχή του από τον Δεκέμβριο του 1992 ώς

τον Οκτώβριο του 2007.

**** Η Γκαμπόν αποσύρθηκε το 1994.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄[1]

PETROLEOS DE VENEZUELA

ΙΔΡΥΣΗ: 1975. ΕΔΡΑ: Καράκας, Βενεζουέλα.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ: Πετρέλαιο και Φυσικό Αέριο.

ΕΣΟΔΑ: 109.342 δις δολάρια (2007).

           Η Petroleos de Venezuela (PDVSA), η κρατική εταιρία πετρελαίου της Βενεζουέλας, ιδρύεται το 1975, όταν εθνικοποιείται η πετρελαιοβιομηχανία της χώρας. Έχει δραστηριότητες στην εξερεύνηση, την παραγωγή, τη διύλιση και την εξαγωγή πετρελαίου καθώς και στην εξερεύνηση και παραγωγή φυσικού αερίου. Η PDVSA εξαγοράζει το 1986 το 50% της αμερικανικής εται­ρίας βενζίνης Citgo και το 1990 το υπόλοιπο 50%.

           Όταν εκλέγεται πρόεδρος ο Ούγκο Τσάβες, η PDVSA χρησιμοποιείται για την ανατροπή του. Τον Δεκέμ­βριο του 2002 η διοίκησή της και τα ελεγχόμενα από αυτήν συν­δικάτα κηρύσσουν λοκ-άουτ και πιέζουν τον Τσάβες να προκη­ρύξει πρόωρες εκλογές διακόπτοντας την παροχή πετρελαίου επί δύο μήνες. Η κυβέρνηση αντιδρά με επιτυχία. Μετά το αποτυχημένο αυτό «επιχειρησιακό πραξικόπημα» ο Τσάβες ισχυροποιείται. Το 2003 η PDVSA χωρίστηκε σε 2 περιφερειακές μονάδες λειτουργίας: την ανατολική και τη δυτική. Με αυτή την κίνηση η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έλπιζε ότι θα έκανε εκ νέου διανομή των διοικητικών αρμοδιοτήτων για να λειτουργεί ο κλάδος πιο αποτελεσματικά.

           Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας η PDVSA λειτουργεί πολλά διυλι­στήρια. Το Κέν­τρο Διύλισης Παραγκουάνα είναι σήμερα το μεγαλύτερο διυλιστήριο του κόσμου. Η χώρα αξιοποίησε τα πετρελαϊ­κά της κοιτάσματα στην ξηρά αλλά και στη θάλασσα. Το 1994 μια θυγατρική της PDVSA χρησιμοποίησε σύγχρονη τεχνολογία γεωτρήσεων και αύξησε την παραγωγή στην ήδη "ώριμη" περιοχή της λίμνης Μαρακαΐμπο. Στη Βενεζουέλα έξι μεγάλες κοινοπραξίες ασκούσαν δραστηριότητα (ConocoPhillips, ExxonMobil, TotalFinaElf, Statoil, και ChevronTexaco). Το μεγαλύτερο μερίδιο κατείχε η Exxon­Mobil. Η Βενεζουέλα δημιούργησε 5 τομείς εκμετάλλευσης υποθαλάσσιων απο­θεμάτων πετρελαίου στην Πλατφόρμα Ντελτάνα κοντά στα θαλάσσια σύνορα Βενεζουέλας και Τρινιντάντ το 2003. Μετά από δημοπρασία η ChevronTexaco έλαβε δυο τομείς και από έναν η PDVSA , η ConocoPhillips και η νορ­βηγική Statoil.

Η PDVSΑ διαμορφώνεται σε μέσο για τους στόχους της κυβέρνησης στους κοινωνικούς τομείς. Μεταξύ 2004 και 2010 η PDVSA συνέβαλε με 61,4 δις δολάρια στα ταμεία κοινωνικής ανάπτυξης. Περίπου το 50% διατέθηκε άμεσα σε διάφορα προγράμματα - «Bolivarian Missions». Τα τελευταία αποτελούν μια σειρά προγραμμάτων κοινωνικής δικαιοσύνης, κοινωνικής πρόνοιας, καταπολέμησης φτώχειας. Την άνοιξη του 2005, μετά από συμ­φωνία Βενεζουέλας - Αργεντινής, η εταιρία στέλνει στη δεύτερη μεγάλη ποσότητα πετρελαίου, ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις από την ενεργειακή κρίση και την άνοδο στις τιμές. Τον Νοέμβριο μαζί με τη θυγατρική της Citgo υπογράφει συμφωνία με την Πολιτεία της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ για την προμήθεια πετρελαίου θέρμανσης στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα στη Βοστώνη, με έκπτωση 40% στις τιμές της αγοράς. Ακολουθούν ανάλογες συμφωνίες με άλλες Πολιτείες και με πόλεις, όπως το Μπρόνξ της Νέας Υόρκης. Η κίνηση, σε μία περίοδο που οι σχέσεις των ΗΠΑ και της Βενεζουέλας βρίσκονται σε ένταση, έχει θετική απήχηση στην κοινή γνώ­μη των ΗΠΑ. Το 2005 η PDVSAλειτουργεί τα πρώτα της γραφεία στην Κίνα και ανακοινώνει σχέδιο για τριπλασιασμό του στόλου της ώστε να φτάσει τα πενήντα οκτώ τάνκερ. Η Βενεζουέλα εφοδιάζει την Κούβα με 53.000 βαρέλια σε ελκυστική τιμή, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες στη χώρα γιατρών, εκπαιδευτικών, αθλητικών εκπαιδευτών, και άλλων ειδικευμένων επαγγελματιών. Η κυβέρνηση διέθεσε το 44,6% του προϋπολογισμού του 2007 σε κοινωνικά πεδία. Ο συντελεστής Gini μειώθηκε από το 48,7 το 1998 σε 42 το 2007. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τσάβες η φτώχεια μειώθηκε σημαντικά: από 59,4% το 1999 σε 30,2% το 2006. Το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας μειώθηκε κατά 18,2% μεταξύ 1998 και 2006. Ακόμα και οι κριτικοί της κυβέρνησης αναγνωρίζουν αυτά τα επιτεύγματα, αν και υπάρχουν αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα αυτών των πολιτικών. Οι επικριτές ισχυρίζονται ότι τα προγράμματα αυτά είναι αναποτελεσματικά και περιλαμβάνουν διαφθορά. Ωστόσο μια σειρά από διεθνείς οργανισμούς - συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, της UNICEF και της ΠΟΥ  - έχουν επαινέσει τα προγράμματα αυτά ως θετικά πρότυπα για την επίτευξη της κοινωνικής ανάπτυξης. Ο οικονομολόγος Francisco Rodriguez ισχυρίστηκε ότι οι αποστολές αυτές αφορούν μόνο στους παράγοντες της φτώχειας, που δεν μπορεί να αξιολογηθεί και ότι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης για τη μείωση της φτώχειας έχουν υπερεκτιμηθεί.

Βιβλιογραφία

  

  •  Ντάλλης, Σ., «Από τον Μπούς στον Ομπάμα. Η Διεθνής Πολιτική σε έναν κόσμο που αλλάζει», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2010.      
  • Μπακανάκης Σ., Λίτσης Μ., Καιταντζίδης Μ., «Πετρέλαιο», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010.
  • Τσακίρης, Θ., Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή με τίτλο: «Η Στρατηγική Σημασία του Πετρελαίου και του Φυσικού Αερίου για την Ασφάλεια των Μεγάλων Δυνάμεων από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως και τη Μεταψυχροπολεμική Περίοδο», ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Αθήνα, Μάιος 2008.
  • BrzezinskiZ., «Η Μεγάλη Σκακιέρα», εκδ. Λιβάνη, 1998.
  • Coleman, «We Fight For Oil: A History of US Petroleum Wars», World in Review, 2008.
  • FalolaToyin, GenovaAnn, «Η διεθνής πολιτική του πετρελαίου», (επιμέλεια μετάφρασης: Κάτια Τουρνά), στη σειρά: «Διεθνής πολιτική και θέματα Ασφάλειας», (επιστημονική επιμέλεια: Μάνος Καραγιάννης), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2008, (τίτλος πρωτοτύπου: Thepoliticstheglobalindustry, anintroduction, 2008, USA).
  • LaurentE., «Πετρέλαιο, Αλήθειες και Ψέματα», εκδ. PLON 2006, (Μετάφραση Ζαπώνης Δ.), εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008.
  • RifkinJ., «Η Οικονομία του Υδρογόνου», Εκδ. RifkinJ. 2002, (Μετάφραση Καψάλης Χ.), εκδ. Λιβάνη, 2003.
  • RobertsPaul, «Το τέλος του πετρελαίου: Η πτώση της οικονομίας του πετρελαίου και η άνοδος μιας νέας ενεργειακής τάξεως», (επιμ. μετάφρ.: Πυθαγόρας Μπίκος), εκδ. Πατάκη, 2005, (The end of oil: The decline of the petroleum economy and the rise of a ΝΕΟ, 2004, UK).
  • Shah Sonia, Grude, «Ηιστορίατουαργούπετρελαίου», (μετάφραση: ΠαλμύραΙσμιρίδου), εκδόσειςΆγρα, Αθήνα, 2008, (τίτλοςπρωτοτύπου: GRUDE: THE STORY OF OIL, 2004, NY, USA).
  • Yergin, Daniel, «The Prize: The Epic Quest for Oil, Money and Power», (Touchstone Books: 1992).

 


[1] Μπακανάκης,κα, 2010, σελ. 322, http://www.pdvsa.com/, http://en.wikipedia.org/wiki/Petr%C3%B3leos_de_Venezuela

Διάγραμμα 1[68479]

Διάγραμμα 2[68484]

Διάγραμμα 3[68485]

Διάγραμμα 4[68486]

Διαβάστηκε 1553 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 11 Φεβρουάριος 2017 13:53